Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2006

Ι. Οι Ρασοφόροι

Έχω οδηγήσει πάρα πολλές ώρες. Νιώθω την κούραση να με καταβάλλει. Της έχω υποσχεθεί όμως ότι θα πάω και έτσι συνεχίζω. Λίγο ακόμα έχει μείνει. Σε λίγο φτάνω. Έξω φυσάει και ψιχαλίζει. Έχει βραδιάσει και στο δρόμο δεν υπάρχει ψυχή. Φτάνω σε ένα μικρό παρκάκι με τεράστια δέντρα. Όπως στρίβει το αμάξι φωτίζει 2 μορφές που περπατάνε στα σκοτάδια.

Είναι 2 ψηλές, γεμάτες φιγούρες που φοράνε και οι δυο τα ίδια ρούχα. Στην αρχή νομίζω ότι φοράνε καμπαρτίνες και παραξενεύομαι που καλοκαιριάτικα άνθρωποι κυκλοφορούν με καμπαρτίνες. Αμέσως σκέφτομαι τίτλο: Οι τύποι με τις καμπαρτίνες. Όταν πλησιάσω όμως θα διαπιστώσω ότι δεν φοράνε καμπαρτίνες.

Ράσα φοράνε και μάλιστα γκρι ράσα. Τα κεφάλια τους μόλις που διαγράφονται κάτω από τις κουκούλες. Κρατάνε και οι 2 στο δεξί τους χέρι ένα μπαστούνι και προχωράνε. Οι μορφές τους μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από φωτογραφίες του Βresson.

Στη θέα τους παγώνω. Έρχονται στο μυαλό μου οι τρεις κοντοί. Δεν ξέρω πως να αντιδράσω. Να τους αφήσω να φύγουν και να πάω και εγώ στο ραντεβού μου ή μήπως να βουτήξω στα άδυτα της περιέργειας μου?

Θα τους αφήσω να φύγουν τελικά. Δεν θέλω περιπέτεια για σήμερα. Είμαι κουρασμένος. Τους προσπερνάω με το αυτοκίνητο και ύστερα από λίγο φτάνω στον προορισμό μου. Η Α με περιμένει στην πόρτα και με αγκαλιάζει. Καθόμαστε στο μπαλκόνι και χαζεύουμε τη βροχή χωρίς να πολυμιλάμε. Δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά. Τα βλέμματα μας είναι αρκετά. Καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο με μια ματιά. Η ώρα περνάει και εμείς απλά καθόμαστε.

Το απέναντι σπιτάκι σήμερα έχει φως. Είναι ένα παρατημένο παλιό εξοχικό του 50’. Οι ιδιοκτήτες του προφανώς έχουν πεθάνει και τα παιδιά τους μην μπορώντας να συμφωνήσουν μεταξύ τους το έχουν παρατήσει στην μοίρα του. Και αυτό το σπιτάκι που τους χάρισε τόσα καλοκαίρια και τόσες όμορφες στιγμές καταρρέει με το πέρασμα του χρόνου.

Τα ερειπωμένα σπίτια μου βγάζουν μια γοητεία. Πάντα τα θεωρούσα γοητευτικά και μυστηριώδη. Όποτε αντικρίζω τέτοια σπίτια κάθομαι και σκαρώνω ιστορίες για αυτούς που κάποτε ζήσανε εκεί μέσα. Άμα παρατηρήσεις καλά αυτά τα ετοιμόρροπα σπίτια θα βρεις σίγουρα στοιχεία που θα σε βοηθήσουν να σχηματίσεις εικόνες των παλιών τους κατοίκων. Και καθώς έχω βυθιστεί στις σκέψεις μου και το παρατηρώ, εμφανίζονται οι δυο ρασοφόροι.

Το ξέρω είναι σκανδαλώδες αλλά κοίτα που τελικά συναντιόμαστε ξανά. Νομίζω ότι τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο. Και σαν να μην φτάνει που βρέθηκαν ξανά μπροστά μου, ανοίγουν την ξεχαρβαλωμένη πόρτα του απέναντι σπιτιού και μπαίνουν με βιαστικές κινήσεις μέσα. Εντάξει περιττό να σου πω ότι έχω ηλεκτριστεί. Η Α με κοιτάζει και χαμογελάει.

-σε τρωει η περιέργεια graoutso?????

-αφού με ξέρεις.......

-άντε μην κάθεσαι, πήγαινε να δεις τι σκαρώνουν αυτοί.

-ξέρεις...φοβάμαι λίγο, είναι και αυτά τα περίεργα ράσα που φοράνε...είναι λίγο τρομαχτικοί. Δεν έρχεσαι μαζί μου????

-χα χα χα, όχι καλέ μου, αφού πάντα μόνος σου πας σε αυτά. Δεν μπορώ να έρθω εγώ. Άσε που είμαι και κουρασμένη

-δηλαδή θα πάω μόνος μου?

-ναι άνθρωπε βολίδα....μόνος σου θα πας

-καλά..........

όπως κλείνει η πόρτα της Α πίσω μου, νιώθω ένα βάρος στο στήθος. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να γυρίσω σπίτι. Σκατά δεν μπορώ να αντισταθώ. Αφού το ξέρουμε και οι δύο ότι θα πάω. Τι σε κουράζω τσάμπα.

Ανοίγω την ρημαγμένη πόρτα και προχωράω στον κήπο. Πλησιάζω προς το σπίτι και κατευθύνομαι προς το παράθυρο. Το έχω δει στις ταινίες που το κάνουν. Αντί να χτυπήσεις την πόρτα, είναι καλύτερα να ρίξεις μια ματιά από το παράθυρο πρώτα.

Βλέπω τους ρασοφόρους να κάθονται σε δυο πολυθρόνες. Έχουν βγάλει τις κουκούλες και βλέπω πια καθαρά τα πρόσωπα τους. Είναι και οι δύο μουσάτοι με πλούσια μαλλιά. Πρέπει να είναι γύρω στα 45. είναι σχεδόν πανομοιότυποι. Σκέφτομαι ότι είναι καλό που έχουνε μούσια γιατί και εγώ έχω μούσια και ξέρεις είναι πολύ σημαντικό να έχεις κοινά σημεία με ανθρώπους που γνωρίζεις πρώτη φορά. Βοηθάει να σε συμπαθήσουν. Σκέφτομαι και άλλα διάφορα, εξίσου γελοία. Πρέπει κάπως να μετριάσω το φόβο μου.

Οι 2 ρασοφόροι μιλάνε με κάποιον που δεν φαίνεται. Με τρωει η περιέργεια να δω πως είναι αυτός αλλά δεν τα καταφέρνω. Όπως και να κάτσω δεν μπορώ να δω τον 3ο της παρέας. Ξαφνικά νιώθω ένα χέρι να με αγγίζει στον ώμο. Παγώνω. Δεν τολμάω να κοιτάξω. Απλά κοιτάζω στο έδαφος και προσπαθώ να σκεφτώ. Το χέρι αρχίζει να με σφίγγει και σχεδόν πονάω. Γυρνάω σιγά σιγά και αντικρίζω ένα πανύψηλο ρασοφόρο. Φοράει μια κουκούλα και το πρόσωπο του δεν φαίνεται. Μόνο σκοτάδι βλέπεις στο βάθος της κουκούλας. Το χέρι του είναι κρύο και τα ράσα του είναι μαύρα.

Το παγωμένο χέρι συνεχίζει να με πιέζει και βγάζω μια μικρή κραυγή πόνου. Κλείνω τα μάτια και ακούω ένα δυνατό θόρυβο. Όπως τα ανοίγω βλέπω το ρασοφόρο να πέφτει πάνω μου. Βρίσκομαι στο έδαφος με το ρασοφόρο να με έχει πλακώσει και είμαι ανήμπορος να κουνηθώ. Ούτε αυτός κουνιέται. Τι στο διάολο γίνεται??? Κουνάω λίγο το κεφάλι μου και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου την Α.

- πάρτον από πάνω μου σε παρακαλώ. Κοντεύω να σκάσω!!!! Είναι θεόβαρος.

-περίμενε graoutso. Ξέρεις δεν είναι εύκολο

Ο ρασοφόρος αρχίζει να κουνιέται και η Α με το που το καταλαβαίνει αρχίζει να το χτυπάει με τη σαγιονάρα της στο κεφάλι. Ο ρασοφόρος δείχνει να ενοχλείται και προσπαθεί με το ένα χέρι του να πιάσει τη σαγιονάρα και με το άλλο μου πιέζει το πρόσωπο. Η κατάσταση είναι πολύ ενοχλητική και φωνάζω στην Α

-για όνομα του θεού, βρες κάτι πιο βαρύ!!!!! Με τι τον χτύπησες πριν?

-με ένα ξύλο αλλά δεν το βρίσκω τώρα !!!!το πέταξα

-καβάλησέ τον και τράβα του το κεφάλι προς τα πίσω μέχρι να κάνει κρακ.

Στο σημείο αυτό ο ρασοφόρος γυρνάει και με κοιτάει γουρλώνοντας τα μαύρα του μάτια και η Α βρίσκει ευκαιρία να πηδήξει πάνω του. Του τραβάει το κεφάλι αλλά δεν γίνεται τίποτα. Ο ρασοφόρος δεν κουνιέται.

-πιο δυνατά , πιο δυνατά!!!!

-προσπαθώ graoutso αλλά δεν τα καταφέρνω..

-τράβα του τα μαλλιά!!!!!!

Ευτυχώς η Α υπακούει και ο ρασοφόρος αρχίζει να μουγκρίζει. Η Α τραβάει με δύναμη και αυτός σιγά σιγά σηκώνεται προς τα πίσω και με απελευθερώνει σταδιακά.

Έχω σχεδόν απεγκλωβιστεί και τότε η Α αφήνει απότομα τα μαλλιά του ρασοφόρου ο οποίος σκαει με δύναμη στο έδαφος και σταματάει επιτέλους να κινείται.

Κοιταζόμαστε με την Α ανακουφισμένοι.

-φοβήθηκες graoutso?

-ε, λιγάκι....τι λιγάκι δηλαδή.......πολύ φοβήθηκα

-έλα δεν πειράζει. Μια χαρά τα πήγες.

-τέλωσπάντων....πάμε να φύγουμε?

-τι? Δεν θα συνεχίσεις??

-μα τι λες!!!!!! Νομίζω ότι τα πράγματα έχουν αγριέψει λίγο. Που να παω μετά από αυτό!!!! άσε που από στιγμή σε στιγμή θα συνέλθει αυτός εκεί και δεν νομίζω να χαρεί ιδιαίτερα αν μας βρει εδώ.

-έλα graoutso, αυτή είναι η μεγαλύτερη περιπέτεια σου. Μην τα παρατάς τόσο εύκολα. Είναι δύσκολα αλλά θα είναι μαγικά!!!!

-δεν ξέρω.....

-δεν θα είσαι μόνος σου....θα έχεις και βοήθεια.

-θα έρθεις μαζί μου????????????

-όχι εγώ.....αυτοί...

Με μια κίνηση βγάζει από την τσέπη της δυο αντικείμενα. Το ένα το ξέρω καλά. Είναι ο Bizzis. Η μασκότ μου. Το άλλο δεν το έχω ξαναδεί. Είναι ένα μικρό ξύλινο βατραχάκι.

-Αυτός εδώ είναι ο Frogo….όποτε κινδυνεύεις θα του τρίβεις την κοιλιά και θα του ζητάς βοήθεια. Θα σκέφτεσαι ποιος θα μπορούσε να σε βοηθήσει και θα το λες στον frogo και αυτός θα τον φωνάζει. Καλή τύχη graoutso……

Χαζεύω την Α όπως απομακρύνεται και κρατάω σφιχτά στα χέρια μου τον bizzy και τον frogo. Πίσω μου ακούω μια πόρτα να ανοίγει και μια μορφή ξεπροβάλει στο κατώφλι. παίρνω μια βαθιά ανάσα και αρχίζω να περπατάω προς την πόρτα.......